1995, τέλος καλοκαιριού, Λάρνακα. Ο Κύπρος -αρραβωνιαστικός μου πλέον- πηγαίνει μαζί με τον πατέρα μου στο λιμάνι για να αγοράσουν φρέσκιες σουπιές με το μελάνι τους. Όταν επιστρέφουν η μάνα μου τις παραλαμβάνει και τις κάνει καθιστές. Πέφτουμε με τα μούτρα όλοι μας στο φαγητό, η νοστιμιά τους είναι αξεπέραστη, και δεν μας νοιάζει καθόλου που τα δόντια μας μαυρίζουν. Αντιθέτως το απολαμβάνουμε και πειράζουμε ο ένας τον άλλο. Κάθε φορά που φτιάχνω σουπιές καθιστές στο σπίτι μου, αναπόφευκτα ανατρέχω σ’ αυτές τις ανέμελες οικογενειακές εικόνες από τα παλιά…
